“Θα φάμε παρέα για μεσημέρι;”

Αυτός είναι ο Χαμάντα. Και ναι, στους Έλληνες ακούγεται σαν εισαγωγή σε συνέντευξη με μετανάστη. Το σκέφτηκα αν θα γράψω στα αγγλικά ή στα ελληνικά, αλλά σαν Αιγύπτιος της Αλεξάνδρειας, είναι πιο κοντά στην ελληνική πλευρά. Οι συνάδελφοί μου δεν θα διαβάσουν το κείμενο, αλλά ξέρουν πρώτοι γιατί θα έγραφε κανείς για τον σεφ. Τον αποκαλούμε ‘σεφ’, αν και εύκολα τον λες ‘μπαμπά’ από φροϋδική ολίσθηση. Όλοι θέλουν έναν Χαμάντα. Χρησιμοποιεί πάντα πελτέ Κύκνος, γιατί «είναι ο καλύτερος εκεί έξω» και τα παπούτσια που φοράει εκτός κουζίνας είναι, αλήθεια, πιο αστεία από τα μαγειρικά σαμπό ή τα κροξ.

Δε θέλω να δώσω μια αφήγηση βιογραφική γιατί δεν έχω πολλά στοιχεία. Τα περισσότερα είναι ανεκδοτικά, κι ούτως ή άλλως, δεν προσπαθώ να παραθέσω μια ακριβή ή γραμμική ιστορία. Ψάχνω σχεδόν να «χτίσω» από μόνη μου την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν μου είναι οικείος, αλλά που ταυτόχρονα ξέρει με λίγες λέξεις πως να είναι κοντά στους γύρω του, που ξέρει πότε να γελάσει, πότε να φωνάξει οργισμένος και που έχει κλάψει επειδή κλαίω. Τη φωτογραφία αυτή την πήρα λίγες μέρες πριν κλείσουν τα καφέ λόγω του κορωνοϊού. Το καφέ μπορεί να είναι περήφανα χιπστερο-άρτιζαν, αλλά όλοι είμαστε από την Ανατολική Μεσόγειο. Ο ιδιοκτήτης είναι Παλαιστίνιος γεννημένος στην Ιορδανία, ο σεφ Αιγύπτιος, εγώ Ελληνίδα κι ο άλλος μπαρίστας ‘ Άραβας’ (δεν έχει διευκρινίσει, “I am half German, half Arab).

Τη μέρα εκείνη παρατηρούσα τα δαχτυλίδια του ενώ χαζεύαμε τον άδειο δρόμο. «Ξέρεις, όταν ήμουν στην ηλικία σου, οπλοφορούσα. Ήταν δύσκολες εποχές – όταν οδηγούσες μακρινές αποστάσεις, ήταν μια αναγνώριση του φόβου. Ήταν σαν πορτοφόλι, σαν τα κλειδιά σου. Και το βράδυ στο κρεβάτι, το άφηνα δίπλα μου στο κομοδίνο.» Κλείσαμε νωρίς και περπατώντας στην ίδια κατεύθυνση, άρχισε να γελάει. Έβγαλε το αντισηπτικό από την τσέπη. «Είναι το ίδιο πράγμα». Ο Χαμάντα εξηγούσε ότι ο φόβος μεταλλάσσεται. Το άγνωστο, ο θάνατος και η φθορά είναι μαζί μας. «Ήταν και χθες, ήταν κι όταν ήσουν έξω με φίλους, ήταν κι όταν είχα μεγαλύτερο μισθό.»

Πολλοί σεφ και μάγειροι, από τα ντοκιμαντέρ κι όχι απ’τις πολλές μου επισκέψεις σε κουζίνες, διακοσμούν το πιάτο τους με μια τελειομανία που εξυπηρετεί πρώτα τους ίδιους, την ιδέα που έχουν για τη δουλειά τους. Το ότι το πιάτο προορίζεται για κάποιον έχει δευτερεύουσα σημασία. Ο Χαμάντα το κοιτάζει με άλλο τρόπο. Φαίνεται ότι σκέφτεται τον άνθρωπο που θα φάει. Έρχεται ο ίδιος και το ακουμπάει στο τραπέζι – σαν μέρος ιεροτελεστίας χωρίς ο άλλος να ξέρει ότι συμμετέχει. Γι’αυτόν αρκεί ότι έφτιαξε κάτι για κάποιον άλλον. Πόσο μάλλον όταν τον ξέρει. Νιώθεις τυχερός με κακοτυχίες κι εντάσεις αν σου συμβούν πριν τον συναντήσεις. Θα σε δει, θα του πεις τρεις κουβέντες για το προηγούμενο βράδυ, θα σου φτιάξει κάτι παρηγορητικό. «Κλάψε. Δεν μου αρέσει όμως».

Τον σέβεσαι επειδή σε σέβεται. Και επειδή γνωρίζει ότι τον σέβεσαι, η κουζίνα του ήταν πάντα χώρος εκτόνωσης για όλους. Κάθε πρωί και μια νέα βρισιά που εγώ, δουλεύοντας απόγευμα, μαθαίνω καθυστερημένα. Κατεβαίνεις για να αφήσεις κάτι ή για να ξεφυσήσεις, και δεν λέει τίποτα. Απλώς επιτρέπει. Ξεσπάσματα, αστεία, γελοιοποίηση καταστάσεων, κλέψιμο τσαγιού από το κουτάκι του. «My sweetness, there is no need to worry» και το κλασικό «Everything I do, I do for you» – είτε μιλάει σε μένα, είτε στον ιδιοκτήτη, είτε στον Φάϊζαλ, που είναι σκληρός και αδίστακτος, διαφήμιση JD, αλλά ψυχή.  

Ήρθε μόνιμα στην Αγγλία πριν 20 χρόνια. Έχει τρεις κόρες κι ένα γιο, έχει μαγειρέψει για τον σουλτάνο του Ομάν χωρίς να ιδρώσει, αλλά τα αυγά ποσέ του βγάζουν το λάδι. “Excuse my language” είναι η φράση αν είσαι παρών. Κι όταν είσαι παρών όσο περιγράφει τη μυρωδιά του καφέ στο πατρικό του, φτάνει στη μύτη σου ο ελληνικός. Σου μιλάει για τον κήπο, όταν το πρωί βγαίνουν οι γυναίκες και τον ψήνουν. Βλέπεις τη λεπτή σκόνη, βλέπεις τον πηχτό αφρό, συνεχίζει να μιλάει και αφήνεις μνήμες άλλων να μπλέκονται με τις δικές σου. Για να μην τσακωθούμε, τον αποκαλούμε ομόφωνα τούρκικο. (Τούρκικο τον λέγαμε και πριν τη δεκαετία του ’60).

Με μητρική γλώσσα τα αραβικά, η προφορά του στα αγγλικά είναι μεταξύ καντάδας και καβγά. Πολλά Κ και Χ. Το πιο ωραίο πράγμα είναι ότι το ευρύ του γαστρονομικό λεξιλόγιο εκτείνεται σε διάφορες απλές περιγραφές χωρίς να κάνει εντύπωση. Μιλάει για τη θερμοκρασία και αναφέρεται ανέμελα σε μια φραντζόλα ψωμί που αχνίζει από το φούρνο. Μιλάει για πολιτικά πρόσωπα και μαθαίνεις λαχανικά που δεν έχεις δοκιμάσει. Ο Φάϊζαλ νομίζει ότι τον περιπαίζει αποκαλώντας τον «ποιητικό», αλλά ο Χαμάντα δεν το αντιλαμβάνεται.   

Είναι ένας άνθρωπος περήφανα αβέβαιος, που δεν δέχεται μικρόψυχες συμπεριφορές, που δεν αντιστέκεται στη δύναμη της διάθεσης, που σου χαμογελάει επειδή είναι πρωί κι έχει ησυχία. Και βέβαια, ένας άνθρωπος με ελαττώματα που δεν είμαι σε θέση να ξέρω. Αξίζει μια αφήγηση-χειροκρότημα για τους ανθρώπους που δεν εμφανίζονται σε στίχους τραγουδιών και μεγάλα ποιήματα. Ο συνάδελφος, ο ταχυδρόμος, ο τακτικός πελάτης, ο προπονητής, η συγκάτοικος, η δασκάλα πολεμικών τεχνών. Γράφω για τον Χαμάντα επειδή ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί σαν αυτόν. Κι επειδή στις παρούσες συνθήκες, παρότι δεν έχω το τηλέφωνό του, ξέρω ότι θα έλεγε κάτι καλό.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s